MEMORIES

Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Ελληνικού Software



 

Αναδημοσίευση από: Open Newsletter, Φύλλο 6ο, Φεβρουάριος 1993
Δημήτρης Χάρισμας
 
Απαραίτητη Εισαγωγική Διευκρίνιση: Το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί ουδεμία πρόθεση ή διάθεση του γράφοντος να στηλιτεύσει ή να ασκήσει κακόβουλη κριτική σε ένα τόσο ευαίσθητο τομέα όπως είναι αυτός της Ελληνικής παραγωγής λογισμικού, η οποία πρέπει να μας κάνει να αισθανόμαστε υπερήφανοι ως έθνος που μπορούμε έστω και μικροί εις το δέμας, να συμμετέχουμε στην κοσμογονική τεχνολογική επανάσταση. Εξάλλου λίγο είναι να συναγωνίζεται η πτωχή πλην τιμία Ελλάς χώρες με μέσα και δυνατότητες όπως η… Ινδία (!) - για όσους δεν το ξέρουν η Ινδία παράγει πολύ (και όχι απαραίτητα καλό ή ενδιαφέρον software) και το παρέχει στην Δύση με τη μορφή του… φασόν (!). Χωρίς λοιπόν καμία κακή πρόθεση ας προσπαθήσουμε να κάνουμε μία βόλτα στην Ελληνική παραγωγή προγραμμάτων και να προσπαθήσουμε να την δούμε κάτω από το πρίσμα ενός υποψηφίου software developer (όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό).
 
Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τα βήματα αυτού του υποτιθέμενου ήρωά μας στο χώρο καθώς θα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα βιώσιμο και επιτυχημένο software house στη χώρα που ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα και οι φαιδρές διαχειριστικές εφαρμογές. Ο ήρωάς μας λοιπόν, για συντομία ας του δώσουμε το όνομα Σούλης, είναι άρτι αφιχθείς εκ του εξωτερικού όπου αφού πέρασε τα χρόνια μέχρι τα -άντα δουλεύοντας και σπουδάζοντας, αποφάσισε να επιστρέψει για να αποκατασταθεί, δηλαδή να δημιουργήσει μια δουλειά και να παντρευτεί την κοπέλα του. Έχοντας ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό οικογενειακής περιουσίας, αποφάσισε να το επενδύσει σε μια προσωπική επιχείρηση αντί να το φυγαδεύσει στο εξωτερικό, παρακούοντας την συμβουλή του ενστίκτου του που του έλεγε ότι οι καιροί είναι πονηροί και επικίνδυνοι. Αποφάσισε λοιπόν να δημιουργήσει ένα μικρό software house μαζί με μερικούς φίλους σχετικούς με το αντικείμενο. Πριν όμως προχωρήσει στην κίνηση αυτή θεώρησε σκόπιμο να εξοικειωθεί με την εδώ αγορά και με τα προϊόντα που θα έπρεπε να παράγει.
 
Ο Σούλης γρήγορα αντιλήφθηκε ότι η εταιρία του θα έπρεπε να φτιάχνει διαχειριστικές εφαρμογές καθότι αυτές αποτελούσαν το 90% της τοπικής παραγωγής. Γρήγορα ανακάλυψε ότι τα κοινοτικά χρήματα των διαφόρων προγραμμάτων έρευνας λογισμικού, είχαν απορροφηθεί από άλλες εταιρίες και μάλιστα ο χώρος αυτός ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος, καθώς λίγοι οικονομικοί γίγαντες τον νέμονταν. Έτσι αποφάσισε να προχωρήσει στον χώρο όπου είχαν καταλάβει τα περίπου 200 μικρά software houses που έχουν ανοίξει στην Ελλάδα τα τελευταία 4-5 χρόνια, δηλαδή στις διαχειριστικές εφαρμογές.
 
Εδώ πρέπει να ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση: Με τον όρο αυτό ο λεξοπλάστης marketer του Ελληνικού λογισμικού προσπάθησε (με μεγάλη επιτυχία αναμφίβολα), να προσδώσει αίγλη σε ένα μικρό κομμάτι εφαρμογών το οποίο καταφρονεμένο από την παγκόσμια πληροφορική κοινότητα, δεν είχε στον ήλιο μοίρα, δεν παρουσιαζόταν ποτέ από περιοδικά όπως το BYTE και εν γένει αποτελούσε έναν αφανή στρατιώτη που επάνδρωνε υπολογιστές σε παγκόσμια κλίμακα, βάζοντάς τους να μετράνε ποσότητες ειδών σε μία αποθήκη ή να καταχωρούν λογαριασμούς σε… "χοντρά λογιστικά βιβλία" που λέει και ο ποιητής. Έτσι τα προγράμματα Αποθήκης, Γ. Λογιστικής, Πελατών και τιμολόγησης έδωσαν την θέση τους στον επιστημονικό όρο "Διαχειριστικές εφαρμογές", ενώ το παρατσούκλι τους είναι "Εμπορικό πακέτο". Ο όρος προέρχεται από το "managerial applications" και όπως είναι προφανές, υπονοεί τις εφαρμογές εκείνες που απαιτούνται για μια επιχείρηση προκειμένου να διοικηθεί και να οργανωθεί αποτελεσματικά. Αυτό που ο εμπνευσμένος λεξικογράφος μας παρέλειψε βέβαια, ήταν το γεγονός ότι μια ανάλογη εφαρμογή, δεν οφείλει απλώς να τακτοποιεί τα λογιστικά βιβλία σύμφωνα με το νόμο, αλλά κυρίως πρέπει να βοηθά στην διαδικασία λήψης αποφάσεων (που στο κάτω κάτω είναι και η βάση της δουλειάς ενός manager), δημιουργώντας πιθανά σενάρια και εναλλακτικές προσεγγίσεις. Προς θεού, όχι ότι οι σύγχρονες Ελληνικές διαχειριστικές εφαρμογές δεν παρέχουν αυτή την δυνατότητα. Την παρέχουν και μάλιστα σε υψηλό επίπεδο, συγκεκριμένα είναι σαν να προσπαθείς να ξεβιδώσεις παξιμάδι με μόνο σου εργαλείο ένα… σφυρί. Και επειδή ήδη βλέπω να κουνάτε το κεφάλι σας με δυσπιστία, σας πληροφορώ ότι υπάρχουν άνθρωποι που μόνο με ένα σφυρί μπορούν να κάνουν θαύματα. Κλείνει η παρένθεση.
 
Ο Σούλης λοιπόν πολύ γρήγορα είχε καταλήξει στο είδος των προγραμμάτων που θα κατασκεύαζε, όμως αυτό ήταν η μόνη απλή και γρήγορη απόφαση που πήρε (και που θα δούμε σε ποιες περιπέτειες τον οδήγησε). Στην συνέχεια προσπάθησε να καταλήξει σε μια πλατφόρμα ανάπτυξης και εκεί πραγματικά οι επιλογές ήταν πολλές και καθώς είχε την ευκαιρία να συναναστρέφεται ανθρώπους του χώρου άρχισε να συλλέγει γνώμες. Στην αρχή ήρθαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων software houses λέγοντάς του ότι η Borland είναι μια καταπληκτική εταιρία και ότι η Turbo Pascal αποτελεί το απαύγασμα της πληροφορικής ωριμότητας. Στο κάτω κάτω χιλιάδες προγραμματιστές δεν μπορεί να κάνουν λάθος και δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι και τα τρία μεγαλύτερα software houses στον χώρο των διαχειριστικών εφαρμογών αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιούν (τα δύο μάλιστα σχεδόν αποκλειστικά). Ο Σούλης στην αρχή κάτι πήγε να ψελλίσει για C που θυμόταν ότι στο πανεπιστήμιό του και στην δουλειά του την χρησιμοποιούσαν κατά κόρον, αλλά μετά θυμήθηκε ότι εκεί η γλώσσα αυτή πήγαινε αντάμα με το Unix που ελάχιστοι από τους τωρινούς συνομιλητές του φαίνονταν να το είχαν σε υπόληψη. Κράτησε τους ενδοιασμούς του για αργότερα σε αυτό το θέμα και κατόπιν σκέφτηκε ότι όλα αυτά τα software houses που χρησιμοποιούσαν την Pascal την τελευταία πενταετία σίγουρα θα είχαν δημιουργήσει βιβλιοθήκες ρουτινών και εργαλεία που αυτός και οι δικοί του ούτε τα είχαν ονειρευτεί και κατά συνέπεια θα ήταν σαν να ξεκινούσε έναν αγώνα δρόμου παίρνοντας εκκίνηση πέντε με δέκα χρόνια μετά τους υπόλοιπου, γεγονός όχι και τόσο ενθαρρυντικό.
 
Ο Σούλης πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι τα είχε πάρει λάθος τα πράγματα. Προτού μπλεχτεί με όλους αυτούς τους τύπους που εξέφραζαν τις βαρύγδουπες απόψεις τους περί software development καπνίζοντας Partagas και πίνοντας κάποιο κόκκινο Chateau Τάδε παγωμένο (!!!), θα έπρεπε να είναι απόλυτα σίγουρος για τα μηχανήματα και το λειτουργικό σύστημα που θα έτρεχε η μελλοντική εφαρμογή του, ώστε κατόπιν απερίσπαστος να διαλέξει ένα από τα υπάρχοντα εργαλεία κατασκευής προγραμμάτων.
 
Εδώ τα πράγματα ήταν απλά. Εάν ήθελε ένα ευρύ δίκτυο μεταπρατών και αποφυγή προβλημάτων η μόνη λύση ήταν οι Intel (και συμβατές) πλατφόρμες. Από αυτό το σημείο και μετά τα πράγματα δυσκόλευαν ελαφρώς καθώς οι διαθέσιμες επιλογές ήταν αρκετές, αλλά τελικά κατάφερε να τις περιορίσει σε τέσσερις: MS-DOS, MS-DOS/Windows, Unix και Windows New Technology. Βέβαια εμφανίστηκε και κάποιος τύπος ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ του ανακοίνωσε ότι είχε δημιουργήσει μια εφαρμογή για το λειτουργικό σύστημα PICK και ενδιαφερόταν να συνεταιριστούν. Ο Σούλης τον κέρασε ένα ποτό και τον έστειλε να βασανίσει τα θύματά του (βλέπε πελάτες του), αλλά ακόμα και από αυτή την συνάντηση κάτι αποκόμισε. Κατάλαβε ότι οι Έλληνες κατασκευαστές δένονται συναισθηματικά με τις πλατφόρμες τους και δεν τις αντιμετωπίζουν απλώς σαν μια από τις προσφερόμενες επιλογές που οι συγκυρίες τους έκαναν να ακολουθήσουν. Αντίθετα μάλιστα τις υπερασπίζονται με πάθος αποκρύπτοντας τα μειονεκτήματά τους, προβάλλοντας τα υπέρ τους και γρήγορα ο ήρωάς μας κατάλαβε ότι αυτή η συμπεριφορά δεν προέρχεται μόνο από καθαρά εμπορικά κίνητρα (καλύτερη πλατφόρμα ίσον καλύτερο προϊόν) αλλά και από την βαθιά νεοελληνική ανασφάλεια που μας διακρίνει σαν λαό. Ακόμα και ο πιο επιτυχημένος του χώρου δεν είναι ποτέ σίγουρος για την επιλογή του και απαιτεί την μαζικότητα που θα την δικαιώνει: "Εγώ δηλαδή είμαι χαζός που το κάνω έτσι;" είναι η υποσυνείδητη ερώτηση και αυτός ο φόβος μας ταλανίζει όλους από τα παιδικά μας χρόνια.
 
Εκείνο το βράδυ ο Σούλης έκατσε μόνος του στο γραφείο του και άνοιξε μια τεράστια κόλλα χαρτί. Πάνω πάνω έβαλε τα τέσσερα ονόματα λειτουργικών συστημάτων και άρχισε να απαριθμεί τα υπέρ και τα κατά, θυμήθηκε μάλιστα ότι η τελευταία φορά που το είχε κάνει αυτό ήταν όταν στο γυμνάσιο προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιον από όλη την παρέα ήθελε η κοπέλα που όλοι τους λιγουρεύονταν.
 
Εν αρχή ήταν (και είναι) το MS-DOS. Πλεονέκτημά του ένα και μοναδικό: απειρία διαθέσιμων εργαλείων και γλωσσών προγραμματισμού συνοδευμένες από την πληρέστερη τεκμηρίωση που ο επίδοξος προγραμματιστής θα μπορούσε να επιθυμήσει. Ένα από τα παλιά επιχειρήματα εναντίον του MS-DOS ήταν το ότι στην πραγματικότητα δεν αποτελεί λειτουργικό σύστημα αλλά έναν απλό program loader και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να αποτελέσει πλατφόρμα ανάπτυξης εφαρμογών. Σήμερα με την έκδοση 5.0 αφενός και την πλήρη τεκμηρίωση του μηχανισμού των interrupts αφετέρου, η κατηγορία αυτή δεν ευσταθεί. Το βασικό πρόβλημα του MS-DOS σαν πλατφόρμα ανάπτυξης σήμερα είναι η παγκόσμια τάση εγκατάλειψής του σαν το παγκόσμιο standard που αποτελούσε όλη την προηγούμενη δεκαετία. Με λίγα λόγια αν κάποιος επιθυμεί να προχωρήσει σε στρατηγικό σχεδιασμό με όρους δεκαετίας, η επιλογή του MS-DOS σαν πλατφόρμα ανάπτυξης, ισοδυναμεί με ποντάρισμα στο άλογο που θα εγκαταλείψει την κούρσα πρώτο.
 
Από την άλλη πλευρά βέβαια και οι διαθέσιμες επιλογές εργαλείων αν και πλούσιες, στερούνται των πολυποίκιλων δυνατοτήτων ανάπτυξης που υπάρχουν σε άλλα λειτουργικά. Γι' αυτό και οι κυρίαρχοι αυτού του χώρου είναι δύο με μεγάλη απόσταση από τους άλλους αλλά και μεταξύ τους. Αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος η Turbo Pascal, ενώ ακολουθεί μία ομάδα κατασκευαστών που προτιμάει την παλιά δοκιμασμένη Cobol η οποία δεν είναι απαραίτητα το δυσκίνητο γραφειοκρατικό κατασκεύασμα που χρησιμοποιείτο στα πρώτα εμπορικά mainframes και mini's. Ειδικά η νέα έκδοση της Microfocus αποτελεί ένα ιδιαίτερα εύχρηστο εργαλείο, ειδικά για επίδοξους δημιουργούς διαχειριστικών εφαρμογών. Φυσικά και για το MS-DOS διατίθενται εκδόσεις της C, όμως ελάχιστοι την χρησιμοποιούν και φαίνεται πολύ λογικό καθώς το φυσικό της περιβάλλον είναι το Unix ενώ οι object oriented εκδόσεις της τύπου C++δεν έχουν νόημα να χρησιμοποιούνται σε ένα περιβάλλον που δεν υποστηρίζει "αντικείμενα" και δεν διαθέτει κάποιο GUI. Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τις ανάλογες εκδόσεις της Pascal όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, γιατί πραγματικά τι νόημα έχει να σχεδιάζει κάποιος ένα "αντικειμενοστραφές" user interface σε μη γραφικό (text) περιβάλλον; (όποιος απαντήσει κερδίζει χρυσούν ορολόγιον ή μάλλον χρυσή δισκέτα). Τέλος, υπάρχουν και στο MS-DOS τα ολοκληρωμένα συστήματα βάσεων δεδομένων με τις λεγόμενες 4GL (4th Generation Language), όμως κατά βάθος ούτε οι ίδιοι οι κατασκευαστές τους τις προορίζουν για αυτό, ούτε αυτά τα συστήματα νοιώθουν άνετα σε τόσο "στενές" πλατφόρμες. Συνεπώς, ενώ επιφανειακά οι επιλογές φαίνονται πλούσιες και ποικίλες κατά βάθος είναι περιορισμένες και ήδη εκμεταλλεύσιμες από το σύνολο σχεδόν του ανταγωνισμού. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που ο ήρωάς μας εγκατέλειψε αμέσως την λύση MS-DOS (και ξερό ψωμί) αγνοώντας μάλιστα εσκεμμένα το γεγονός ότι η αγορά εργασίας βρίθει από προγραμματιστές που γνωρίζουν άπταιστα την Πασκαλικήν και την Κομπολικήν.
 
Η αμέσως επόμενη λύση ήταν ο συνδυασμός DOS/Windows. Εδώ έχουμε να κάνουμε με αυτό που για τις αυτοκινητοβιομηχανίες είναι κοινή πρακτική, δηλαδή το ξαναλανσάρισμα ενός μοντέλου με βελτιώσεις μηχανικές και αισθητικές. Το βασικό πλεονέκτημα είναι εδώ το πραγματικά "αλεξίχαζο" (πολύ αδόκιμη μετάφραση του foolproof) user interface το οποίο κάνει την ζωή εύκολη στον χρήστη όντας φιλικό προς τον άχρηστο (!) ή έστω και απλώς άσχετο. Το άλλο βασικό πλεονέκτημα για έναν επίδοξο developer είναι αυτό που οι εκείθεν του Ατλαντικού αποκαλούν hype και από αυτό τα Windows έχουνε μπόλικο. Όποιο περιοδικό και να ανοίξεις, όπου και να κοιτάξεις θα τα βρεις μπροστά σου. Ο ανυποψίαστος καταναλωτής εμπορικού software βομβαρδίζεται από παράθυρα πάσης φύσεως, διαστάσεων, μεγέθους και τεχνοτροπίας, σε λίγο θα του πετάνε και μπαλκονόπορτες. Παρόλα αυτά, αν σταθεί κάποιος ψύχραιμα, θα παρατηρήσει ότι οι Ελληνικές εταιρίες που προσφέρουν διαχειριστικές εφαρμογές σε Windows, μετρούνται στα μισά δάχτυλα της μίας χειρός και μάλιστα παρόλο το hype που προαναφέραμε, δεν πολυακούγονται.
 
Ο λόγος είναι απλός: Το να πάρεις μια οθόνη που οι παλιοί στο κουρμπέτι ονόμαζαν (και ονομάζουν) καταχωρητικό και να της βάλεις μερικά "κουμπάκια", "εικονάκια" και γενικώς άλλα ζωάκια δεν μετατρέπει κατ' ουδένα τρόπο την εφαρμογή σου σε παραθυρική. Ο νέος "παραθυρικός" τρόπος χρήσης απαιτεί μια αναθεώρηση εκ βάθρων της μορφής - πρωτίστως - και του περιεχομένου - δευτερευόντως - της εμπορικής εφαρμογής και είναι απορίας άξιον γιατί οι πρωτοπόροι στο χώρο Έλληνες κατασκευαστές ποιούν την νήσσαν στην έρευνα σχετικά με την μεταφορά των δημιουργιών τους σε παραθυρικό περιβάλλον. Η απάντηση εδώ είναι ότι όλοι θα ενδιαφέρονταν να μεταβούν στα Windows (ή να πηδήξουν από τα παράθυρα αν προτιμάτε), αλλά αυτό σημαίνει απαλλαγή από το πλεονάζον βάρος των πολυετών βιβλιοθηκών ρουτινών και εργαλείων που κουβαλάνε, επανεκπαίδευση του προσωπικού και πιθανή απαλλαγή από μεγάλο μέρος του, καθώς δύσκολα προγραμματιστές οι οποίοι βγήκαν από μία μονοετή ιδιωτική σχολή και κατευθείαν άρχισαν να προγραμματίζουν σε μια τυπική Pascal θα μπορέσουν να αλλάξουν τον τρόπο σκέψης τους και να αρχίσουν να σκέφτονται με αντικείμενα. Συνεπώς μία μετάβαση στα Windows θα σήμαινε για τους Έλληνες κατασκευαστές απεμπόληση επενδύσεων τουλάχιστον μίας δεκαετίας και αναρωτιέται κανείς πόσες εταιρείες έχουν το απαραίτητο "ειδικό βάρος" (μεταφραζόμενο σε οικονομική ευρωστία) για μία ανάλογη κίνηση και φυσικά το δευτερογενές ερώτημα μετά από αυτό είναι ότι έστω και αν έκαναν αυτή την αλλαγή, που θα έβρισκαν το απαιτούμενο εκπαιδευμένο έμψυχο δυναμικό για να οδηγηθούν στις νέες κατευθύνσεις. Έτσι εδώ έχουμε μία ενδιαφέρουσα δυναμική η οποία γεννιέται ανάμεσα στην ζήτηση παραθυρικών εμπορικών εφαρμογών και στην αδυναμία της ελληνικής παραγωγής να την καλύψει. Αλήθεια τι να σκέφτεται η Microsoft πάνω σε αυτό τώρα μάλιστα που απέκτησε και άμεση Ελληνική εκπροσώπηση;
 
Στην συνέχεια της αναζήτησης ο Σούλης αντιμετώπισε τον ογκόλιθο που λέγεται Unix. Ένα λειτουργικό σύστημα το οποίο σχεδιάστηκε (εδώ και τόσο καιρό) έχοντας τον προγραμματιστή και όχι τον χρήστη κατά νου. Μάλιστα η επιτυχία μερικών εμπορικών εφαρμογών γραμμένων για αυτό, αν και περιορισμένη σε μέγεθος δείχνει ότι μπορούν να κατασκευαστούν αξιόπιστα πακέτα και το σημαντικότερο ότι υπάρχει λογική ποσότητα ανταγωνισμού που δεν αποκλείει την είσοδο ενός καινούριου. Στο κάτω κάτω, τι πιο απλό από το να προσθέτεις ένα ακόμα τερματικό όταν το χρειάζεσαι, όταν όλη η Ελλάδα στήνει και ξεστήνει Novell (άλλη μεγάλη ιστορία αυτή, θα την πούμε κάποια άλλη φορά). Βέβαια η επιλογή εργαλείων στο χώρο αυτό δεν συναγωνίζεται ίσως την ποικιλία του MS-DOS, αλλά η λειτουργικότητα των διαθέσιμων γλωσσών (λέγε με C) και των πακέτων ανάπτυξης software όπως RDBMS, είναι πολύ μεγαλύτερη, κάνοντας την ζωή του προγραμματιστή ιδιαίτερα εύκολη. Μέχρι εδώ ήταν τα πλεονεκτήματα. Σίγουρα το Unix αποτελεί πρώτο υποψήφιο στη λίστα του Σούλη, αλλά ποιο Unix; Και εδώ επακολουθεί η προσγείωση στην Ελληνική πραγματικότητα, καθώς τα εξωτικά φρούτα που ακούνε στο όνομα Solaris (πρώην Interactive) και SVR4.2 είναι ανύπαρκτα, μάλιστα σε όσους ο Σούλης απευθύνθηκε για αυτά του είπαν το κλασσικό: "Αν τα βρεις ποτέ πες μας να πάμε κι εμείς να τα βρούμε". Το SCO Unix διατίθεται σε μαζικές ποσότητες και αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το standard ενώ, το AIX και το SunOS διατίθενται αντίστοιχα για το ανάλογο hardware. Ο Σούλης θέλοντας να μείνει στις Intel πλατφόρμες αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να ζήσει με αυτό, όμως γιατί να ξεκινούσε μια αναπτυξιακή εργασία σε ένα λειτουργικό που αγνοούσε την κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν όχι μετά από πέντε χρόνια αλλά και μετά από ένα. Το SVR4.2 ή έστω SVR4 φαίνονταν σαν προτιμότερες καταστάσεις, όμως με τι τεκμηρίωση; Ένας σοβαρός κατασκευαστής software δεν μπορεί να αρκεστεί σε ένα βιβλίο χρήσης και τίποτε άλλο. Κι ακόμα υπάρχουν και τα X/Windows, τα οποία βρίσκονται προ των πυλών του Unix, όπως τα MS-Windows προ των πυλών του MS-DOS πριν από μια διετία. Έτσι μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και να εμφανιστεί κάποιο standard στο χώρο, καμία κίνηση δεν μπορούσε να γίνει.
 
Όχι βέβαια ότι το Unix (οποιοδήποτε Unix) ήταν απορριπτέο, καθώς η περιβόητη φορητότητα του κώδικα στην περίπτωση αυτή δεν ήταν τα συνήθη λόγια του αέρα αλλά γεγονός. Το μόνο σύννεφο στον ορίζοντα είχε το όνομα Windows NT και όπως επεσήμανε και το BYTE του τελευταίου Σεπτεμβρίου ίσως αυτό το λειτουργικό να αποτελέσει μία πολύ σοβαρή απειλή για κάθε μορφή του Unix και επίσης θέτουν μία σοβαρή υποψηφιότητα στις επιλογές του Σούλη. Ο ήρωάς μας ήδη γνώριζε ότι μπορούσε να παραγγείλει μία beta version σε CD-ROM έναντι ενός ευτελούς ποσού, αλλά όχι ακόμα στην Ελλάδα, αλλά από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν πολύ θολά. Αν τα Windows NT πραγματοποιήσουν μόνο τα μισά από όσα υπόσχονται τότε σίγουρα θα αναδειχθούν στο Λειτουργικό σύστημα του 2000, όμως από την άλλη η πρόσφατη αποτυχία του OS/2 είναι ακόμα νωπή και η τελική μορφή των NT δεν έχει καθοριστεί πλήρως. Αν ο Σούλης είχε την δυνατότητα να ξεκινήσει τώρα μια προεργασία και να την συντηρήσει σε αναπτυξιακό επίπεδο (χωρίς κέρδη), σίγουρα μετά από δύο χρόνια θα βρισκόταν σε μια πλεονεκτική θέση, όμως κατά πόσο ήταν διατεθειμένος να ξεκινήσει κάτι τέτοιο, την στιγμή μάλιστα που τα αποτελέσματα δεν ήταν εξασφαλισμένα 100%.
 
Ήταν σχεδόν ξημερώματα όταν ο Σούλης απογοητευμένος από τις προοπτικές που ανοίγονταν άφησε την τεράστια κόλλα χαρτί, γεμάτη πλέον από σημειώσεις και εκδοχές, όταν ξαφνικά μια ιδέα φώτισε το μυαλό του και του επέτρεψε να αντιληφθεί το μάταιο των (όχι μόνο δικών του) προσπαθειών. Με μανία έσκισε το χαρτί και σε ένα καινούριο έγραψε με τεράστια γράμματα τις λέξεις: INTEROPERABILITY - PLATFORM INDEPENDENCE, συνειδητοποιώντας το γεγονός ότι οι αιώνιοι καυγάδες για την επιλογή πλατφόρμας και μορφής της εφαρμογές, ανάμεσα στους ντόπιους κατασκευαστές σύντομα θα φαντάζουν σαν τις ενδοπαραταξιακές διαμάχες με ακόντια και σπαθιά πολιτισμών που κατέρρεαν ενώ μπροστά τους ο εχθρός ερχόταν με κανόνια και τουφέκια. Μια γρήγορη ματιά σε περιοδικά του εξωτερικού, του έδειξε όλα τα νέα εργαλεία που υπόσχονται φορητότητα των εφαρμογών ανάμεσα σε διαφορετικούς υπολογιστές και σε επίπεδο user interface, αλλά και σε επίπεδο προσπέλασης των δεδομένων.
 
Ο ήλιος που ανέτειλε βρήκε τον Σούλη να χαμογελάει ειρωνικά μόνος του, καθώς σκεφτόταν τι θα επακολουθούσε τα επόμενα 2-3 χρόνια στις Ελληνικές εμπορικές εφαρμογές. Προς στιγμήν φλέρταρε με την ιδέα να αντιπροσωπεύσει και να εξελληνίσει ανάλογα εργαλεία software development όμως σύντομα κατάλαβε ότι οι περισσότεροι υποψήφιοι πελάτες του ήταν αποφασισμένοι να πεθάνουν με… τις μπότες τους (όπως λέγανε και στην Άγρια Δύση) επαληθεύοντας έτσι για άλλη μια φορά την παροιμία "Παλιός γάιδαρος περπατησιά καινούρια δεν ακολουθεί".
 
 
Υ.Γ. Κατά τη διάρκεια συγγραφής του παρόντος κειμένου το περιοδικό RAM δημοσίευσε ένα άρθρο του κ. Γ. Ναθαναήλ με αντικείμενο οδηγίες, για μια σοβαρή προσέγγιση πάνω στην δημιουργία ενός software house στην πληροφορική Ελληνική πραγματικότητα. Συνιστώ το κείμενο του έγκριτου περιοδικού για όσους δεν έχουν ακόμα απογοητευθεί από το πάθημα του Σούλη, αν και θα τους πρότεινα να ανατρέξουν επίσης και σε ένα πραγματικό βιβλίο αναφοράς πάνω στο θέμα που έχει τίτλο: High Tech Ventures: A guide to entrepreneurial success, των C. Gordon Bell και John E. McNamara, εκδόσεις Addison Wesley, 1991.

 


Facebook Digg del.icio.us LinkedIn Google Live NewsVine Reddit Slashdot StumbleUpon Technorati



Μέσος όρος (0 Ψήφοι)

Advertisement